"Τις έκαψα τις αυταπάτες μου.
Μόνο ένα δάκρυ ξέφυγε, εις μνήμην της στιγμής.
Ό,τι έμεινε, ένα ίχνος στα χείλη για χαμόγελο
κι ένα απανθρακωμένο ρόδο"
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sadness. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα sadness. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

25 Οκτ 2010

Ότι μου απόμεινε...













Πάντα η ίδια διαδρομή

τα ίδια σκυφτά πρόσωπα

οι ίδιες κακοφτιαγμένες βιτρίνες

ο μανάβης να διαλαλεί

τη χθεσινή πραμάτεια του.

Αλήθεια , σκέφτηκες

πόσο μου μοιάζει τούτος εδώ

ο μακιαβέλης;

Προσπαθώ κι εγώ μάταια

να «με πουλήσω»

άλλοτε όσο-όσο κι άλλοτε ακριβά .

Προσπαθώ να ξεγελάσω

ότι ξεγελιέται

να κοροϊδέψω

ότι κοροϊδεύεται…

«Χα, χα» ακούγεται σαρκαστικό το γέλιο του…
«Ποιος θ’ αγοράσει

εκείνα τα ξεχασμένα σ’ αγαπώ,

και τα σκονισμένα φιλιά

τούτα τα μαραμένα χάδια

και τα λίγα τσαλακωμένα όνειρα

που σου απόμειναν;»

φαίνεται να μου ψιθυρίζει

Ύστερα μου ρίχνει ένα βλέμμα περιφρόνησης

και συνεχίζει να διαλαλεί

δυνατότερα .

Τότε ήταν που κοίταξα

τον ουρανό για τελευταία φορά.

Τότε έμαθα

να μετράω τις πλάκες

του πεζοδρομίου,

να ξεχωρίζω τις παλιές από τις καινούριες

να βλέπω τα ελαττώματα τους

να παρατηρώ τη χαλασμένη άσφαλτο

τις λακκούβες με τα βρομόνερα…


(Από τότε έχω να σηκώσω κεφάλι…)

11 Οκτ 2010

Ο θάνατος του φιλιού










Στιγμές σε χρόνο παρελθόντα :

Χθες ξεκίνησα.

Χθες σε γνώρισα.

Χθες σε φίλησα.

Χθες σ’ αγάπησα.

Χθες σ’ έχασα .


Στιγμές σε χρόνο παρόντα:

Λίγα ψεκάδια νερού

στο χλωμό μου πρόσωπο.

Στεγνωμένο αλάτι στα χείλη,

ξεραμένο αίμα στ΄ ακροδάχτυλα.

Ο θάνατος του φιλιού,

η ξεχασμένη μου ανάσα στο μαξιλάρι μου,

το μαύρο πρωτόγαλα

που τρέχει άφθονο από τα στήθη μου,

το δάκρυ μου , που κρεμάστηκε

στο ξεραμένο δέντρο της αυλής μου

το χάδι μου που έμεινε μετέωρο.


Στιγμές σε χρόνο μέλλοντα:

Θα έρθει η λήθη,

θα ξεχαστεί η αγάπη,

θα περάσω στην ανυπαρξία,

θα χαθώ…

7 Οκτ 2010

Άγγελος Θανάτου













Στο κόσμο των σκιών γεννήθηκα

μεγάλωσα κι ανατράφηκα .

Βύζαξα το δηλητηριασμένο τους γάλα

και τράφηκα με το μίσος όλου του κόσμου.

Καθώς μεγάλωνα έμαθα

να σκοτώνω τις αχτίδες του ήλιου

να ξεριζώνω τα φτερά από τους αγγέλους

και να τυφλώνω τα μικρά παιδιά

που παραβίαζαν τον ιερό μου χώρο.

Όνειρα δεν έμαθα ποτέ να κάνω

μα διδάχτηκα τη τέχνη της εξαπάτησης

με περίσσια ικανότητα.

Ένα χαμόγελο ήταν πάντα αρκετό

να ξεγελάσω αυτό,

που όλοι ονομάζουν ζωή

κι ένα στιλέτο βρισκόταν πάντα στη τσέπη μου

για να σκοτώσω.

Στο κόσμο των σκιών μεγάλωσα κι ανατράφηκα

ώσπου άρχισε το χνώτο μου να βρωμάει θάνατο

ώστε το ψέμα να είναι η μόνη μου αλήθεια

κι ο τρόμος που σκορπάω γύρω μου αναπόφευκτος .

Αναρωτιέμαι ακόμα αν στη πραγματικότητα έζησα

ή απλά είμαι ένα παιδί που βίαια ξεριζώθηκε

από τη μήτρα της μάνας του και εκδιώχθηκε

σε τούτο εδώ τον κόσμο για να γεννηθεί.

Στο κόσμο των σκιών μεγάλωσα

κι άφησα πνοές θανάτου να βρυχώνται

πάνω από το μαύρο σώμα μου.

Μην απορείτε , που παιδιά ποτέ δε θα γεννήσω

μα κάθε που κυοφορώ ένα από αυτά τα μούλικα

η βρωμιά μου το σκοτώνει

και το σώμα μου τ’ αποβάλλει.

Ύστερα φοράω πάντα το μαύρο μου μανδύα

και ξερνάω στη μαύρη λίμνη

τα κατάλοιπα από το πρωτόγαλα

που δημιουργήθηκε στο στήθος μου

(είναι ο μόνος τρόπος να το ξεφορτωθώ)

Στο κόσμο των σκιών γεννήθηκα ,

μεγάλωσα κι ανατράφηκα

για να γίνω ο άγγελος του θανάτου

που τόσο ποθούσα.

18 Αυγ 2010

Κάποτε


Έτσι σε θυμάμαι :

με το μαύρο μανδύα της θλίψης στα μάτια,

κι εμένα μάταια

να προσπαθώ να τον σκίσω,

να τον καταστρέψω.

Κάποτε σου ρίχνω

εκατομμύρια κόκκους άμμου στα μάτια

μόνο και μόνο για να γίνουν

μικροσκοπικοί καθρέφτες

που ν’ αντανακλούν τον ήλιο.

Ύστερα συνειδητοποιώ

πως όλα τελικά είναι ένα χθες

και η μονοτονία του μαύρου

ακόμα μια φορά με σκοτώνει, σε σκοτώνει,

μας σκοτώνει.

Βλέπεις η θλίψη

ακόμα καλύπτει τα μάτια σου ,

το μυαλό σαστίζει ,

η λογική εγκλωβίζεται

και το κορμί τραντάζεται

στο κάθε «αχ»

που το στόμα ξεστομίζει

και σε κάθε αναφιλητό

που βγαίνει από τα στήθη.

«Κάνε κουράγιο» σου ψιθυρίζω .

Κάποτε το «αχ» θα γίνει «χα»μόγελο .

και τα όνειρα θα πάψουν να γίνονται εφιάλτες

Κάποτε η μονοτονία του μαύρου

θα πάψει να σκοτώνει

και η θλίψει θα πνιγεί στο ροζ.

Τότε θα αντικρίσεις

όσα το μαύρο πέπλο της

τόσο επίμονα σου έκρυβε .

1 Αυγ 2010

Κάλπικο φινίρισμα


Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε

που τυφλώθηκα δε θυμάμαι.

Ούτε πως τυφλώθηκα μπορώ να σας πω.

Το μόνο που θυμάμαι

είναι να ψηλαφίζω τον κόσμο

με δάχτυλα που έσταζαν αγωνία ,

να γεμίζω τη ψυχή μου

με όνειρα ,τύψεις και έρωτες έκθετους.

Θυμάμαι πάντα να ζω μια ζωή σε αναμονή

και να θρέφω στα πλαδαρά μου στήθη

φόβους δεισιδαίμονες .

Θυμάμαι να μπαινοβγαίνω

σε άδεια πλοία με την ελπίδα

ότι κάποιο κάποτε θα σαλπάρει

με μοναδικό επιβάτη εμένα .

θυμάμαι τη σάρκα μου να καίει

και τις φλέβες μου να με τρυπάνε

ως τα μύχια της ψυχής μου

κάθε που άγγιζα

υπολείμματα φιλιού στα χείλη μου.

Δε θυμάμαι πότε τυφλώθηκα και πως.

Ξέρω μόνο πως

ο φόβος , οι τύψεις και τα όνειρα

είναι γνήσιοι απόγονοι της Λερναίας Ύδρας .

Κουράστηκα να τ αποκεφαλίζω κάθε τόσο

κι έτσι τα έκανα κάλπικο φινίρισμα

στο μαξιλάρι μου…

23 Ιουλ 2010

Σαράντα τρεις αιώνες.


Σαράντα τρεις αιώνες τώρα

αναμοχλεύω τις στάχτες της αποτυχίας μου

και βάζω στα όνειρά μου φωτιά.

Κατασκευάζω δήθεν κόσμους ,

δήθεν αλήθειες

και πείθω τον εαυτό μου

πως ζω.

Μα μόνο δυο αγκάθια κρατάω

καλά φυλαγμένα στις τσέπες μου:

Το ένα της απουσίας σου

και το άλλο των απατηλών ονείρων μου.

Μόνο που δε θυμάμαι ποιο σάπισε πρώτα,

κι αναγκάστηκα να το ξεφορτωθώ.

Ύστερα γράφω σε κενές σελίδες τις στιγμές

και κάνω σούμα .

Όπως και να χει πάντα χάνω.

Έτσι καίω τις στιγμές στη φωτιά

σαν πλαστικούς Αι Βασίληδες μετά τη γιορτή

και μαζεύω τις στάχτες.

Όχι δε τις φυλάω όπως θα υποθέσατε.

Σαράντα τρεις αιώνες τώρα

μαζεύω στάχτες κι απομεινάρια φωτιάς

με την ελπίδα να βρω όσα έχασα .

Κάποτε κάηκε κι αυτή

κι έμειναν τα χέρια αδειανά .

«Επιτέλους! Ήρθε η ώρα του θανάτου μου»

17 Ιουλ 2010

Ο χορός μου


Αθέατη σκιά έγινα

κι εξοστράκισα τον εαυτό μου στο τίποτα.

Έβγαλα τα μάτια μου με το σουγιά

που χρόνια έκρυβα στις τσέπες μου

και περπάτησα με πόδια γυμνά στο κόσμο.

Πάντα ένα μικρό κορίτσι

με φόρεμα γαλάζιο μ ακολουθούσε

κρατώντας μια κούκλα τυφλή

στην αγκαλιά της .

Όπου κι αν ξαπόσταινα

δάκρυα πλημμύριζαν

τα μικρά της μάτια

κι η κούκλα αχόρταγα τα έπινε

να ξεδιψάσει .

Αστείρευτη η δίψα της μα τα δάκρυα αλμυρά.

Κάποτε-κάποτε χόρευα

μέχρι που τα πόδια μου μάτωναν

κι οι λιγοστοί θεατές κάγχαζαν

με τον άγαρμπο χορό μου.

Τότε το μικρό κορίτσι γελούσε ασταμάτητα

κι η κούκλα σπάραζε στο κλάμα

αφού δεν έβρισκε άλλα δάκρυα να ξεδιψάσει .

Μάταια το μικρό κορίτσι

προσπαθούσα να διώξω από κοντά μου

και πάντα συνέχιζα το δρόμο μου

με πόδια γυμνά ματαιοπονώντας …

20 Ιουν 2009

Ρήγματα


Βλέπω την ερημιά να μ ακολουθεί
μέσα στο ραγισμένο μου καθρέφτη
άλλο χρώμα δεν έχει
το γκρι μονάχα
Πρέπει τότε εγώ να κλαίω σιγανά!
Με άδολες σκέψεις τη συμπληρώνω
αργοσαλεύοντας τα χείλη μου .
Σε ποιον θυσίασες το δάκρυ μου
εκείνο το ξεχασμένο δειλινό ;
Τα βήματα μου αργόσυρτα
με φέρνουν στην αμαντάλωτη πόρτα σου
Μέσα στην ανακολουθία του ονείρου μου
πικρές αναμνήσεις ανασκαλεύεις
προσφέροντας άλικα ρόδα
στα ρήγματα που αποκάλυψες τη νύχτα εκείνη
Χλευάζεις τη κάθε μου λέξη
και σε κάθε μου χαμόγελο
το βλέμμα σου αποστρέφεις
από φόβο μήπως κολλήσεις
εκείνη τη περίεργη αρρώστια
που άγνωστοι σου ψιθύρισαν
σ ένα καταγώγιο
Αισθάνομαι θαρρώ τη λένε
Απελπισμένη έξοδο τολμάω τότε
με μάτια που στάζουν θλίψη
Τολμάω να μοιράσω αστροφεγγιά
και συλλαβίζοντας τ ανείπωτο
γέρνω τρυφερά στο ακατόρθωτο
πυροβολώντας όνειρα μ αμείλικτο φως.
Συλλέγω κομμάτια γαλάζιου ουρανού
αιχμαλωτίζοντας το άπειρο
Ένας αόριστος φόβος μένει μόνο
μια καρδιά απειθάρχητη
κι ένα παράπονο κρυμμένο …

8 Ιαν 2009

Η δική μου ερημιά.


Απόψε η ερημιά είναι δική μου
Πάντα δική μου θα είναι.
Συντροφιά και σκιά μου,
σύμμαχος κι εχθρός μου.
Ύπουλα θα τρυπώνει
μέσα στα σεντόνια μου
και τις νύχτες μου θα αφυπνίζει.
Απόψε η ερημιά μου ανήκει.
Ακριβά την αγόρασα
στο υπαίθριο παζάρι
από το γέρο πωλητή .
Πάνω μου τη κουβαλάω
σα σπιρτόκουτο στη τσέπη μου,
σα δάκρυ στα βλέφαρά μου
στο άκουσμα εκείνου
του μελαγχολικού τραγουδιού .
Μέσα μου κυλάει
σαν αίμα μολυσμένο
και κάθε που αυτό εισβάλλει
στη καρδιά μου
εκείνη σταματά ,
για να της δώσει χώρο
να μεγαλώσει
να με κατακλείσει
Απόψε η ερημιά
στάθηκε ανάμεσα
στ’ άστρα και στο φεγγάρι
για να σβήσει το φως τους
να μη βλέπω
να χάσω το δρόμο μου
και μέσα στα σεντόνια μου
τα νοτισμένα από πόθους ατελεύτητους
να κυλιστώ
Απόψε η ερημιά
τρύπωσε στου μυαλού μου
τις γωνιές
σβήνοντας οριστικά
όνειρα χρωματιστά
αφήνοντας μονάχα
το μαύρο
Απόψε η ερημιά
έγινε φίλη μου καλή
και μαζί της τις νύχτες ξαγρυπνάω
περιδιαβαίνοντας
σε μονοπάτια δύσβατα
και χρόνους αλλοτινούς
κρατώντας ασφόδελους και πανσέδες
πίνοντας λίγο αψέντι
που και που
μήπως το χρόνο γυρίσω πίσω
μήπως το τέλος αλλάξω
μήπως την ερημιά μου αρνηθώ …



5 Ιουλ 2008

Κορμί μετέωρο



Σέρνω το διψασμένο μου κορμί
σε αναμνήσεις μακρινές
προσπαθώντας να αδράξω
κάτι από ακίνητες στιγμές
κάτι από μνήμες θολές
κάτι από καυτά φιλιά
κι από κορμιά ιδρωμένα
σε λευκά σεντόνια
Καυτό φιλί, καυτό κορμί....
Αίμα στη φλέβα τα πέρασα
να κυλούν αργά
και να χτυπούν
για να θυμίζουν
Κορμί μετέωρο
και το βλέμμα να χαϊδεύει το κορμί σου
μέσα από αέρινα πέπλα
και απ' ονειρώξεις ,
ζεστό κύμα, να βυθίζεται εντός σου
κι ο πόθος μου οργή να γίνεται και μένος
που έφυγες
κι ο πόθος μου κόκκινος
να περιπλανιέται ανεκπλήρωτος
σε μακρινές αναμνήσεις
και σε ακίνητες στιγμές
κι καρδιά να χάνει τη λογική της
και το μυαλό να χάνει τη καρδιά του
κι η φλέβα ακόμα να χτυπάει
και να θυμίζει και να πονάει
και να καίει και να κομματιάζει
Έτσι μένουν οι στιγμές ακίνητες
κι αναμνήσεις θολές....

14 Μαρ 2008

Χίμαιρες Στ΄


ΧΙΜΑΙΡΕΣ ΧΙ

επτά φωνήεντα που χάθηκαν
κι λέξεις νόημα δε βγάζουν πια
τα σύμφωνα πάγωσαν στα χείλη
καθώς η μοναξιά σκέπασε τα πάντα
κι αναρωτιόταν ακόμα
πως ήρθε έτσι απότομα
ο χειμώνας...

ΧΙΜΑΙΡΕΣ ΧΙΙ

Ύστερα πόνεσε για όσα θυμήθηκε
έκλαψε γι αυτά που έγιναν
και θρήνησε σε άγνωστα μνήματα
για όσα θα γίνουν
με μάτια κόκκινα πλανιέται
παγιδευμένη
ανάμεσα στους ζωντανούς
νεκρή από επιθυμίες
ανάμεσα στους πεθαμένους
ζωντανή από ζωή..

27 Φεβ 2008

Στο θυμό της λάβας μου


Πάντα νόμιζα
ότι ήσουν εσύ που έφυγες
Κατάλαβα όμως
ότι εγώ ήμουν εκείνη
που δεν έμεινα τελικά
Ήμουν όλα όσα αγαπούσες
μα και όσα μισούσες
Νόμιζα πως ήσουν πάντα
ένα βήμα μπροστά μου
Όχι όμως.
Πάντα εγώ
ήμουν ένα βήμα μπροστά σου
κι ας ήξερα
πως πισώπλατα θα με μαχαίρωνες
Δεν αντιλήφθηκες όμως
το μεγαλείο της ύπαρξη σου
αυτής της ύπαρξης
που μέσα από σκοπέλους και
Συμπληγάδες λάτρεψα
Ήταν ο θυμός μου
που μ έκανε να βράζω σαν ηφαίστειο
και να ψάχνω κρατήρα να εκραγώ
Όταν τελικά
η έκρηξη ήρθε
και το μοιραίο φαινόταν
αναπότρεπτο,
η λάβα μου στόχο τη Πομπηία
είχε βάλει
Έκαιγε στο πέρασμά της τα πάντα
Όταν η κρίση περνούσε
και καταλάγιαζε η οργή
μόνο κρανίου τόπος φαινόταν
κι η καταστροφή που είχε προξενήσει
στο πέρασμά της .
Σίγουρος ήσουν τότε
πως δε σε προσπέρασε η λάβα
μα σε είχε παρασύρει
στο χάος
Το χάος τότε δικό του σ έκανε
και στην άβυσσο μου σε παρέσυρε
Φυλακισμένος πια εκεί
δε μπορείς να δραπετεύσεις
Βλέπεις σφιχτά σε κρατώ
σ έχω δέσει μ αλυσίδες στη καρδιά μου
κι ας είναι ασήκωτες και βάρος μεγάλο
για το μικρό μου σώμα
Μα κάθε τόσο αναθαρρεί
και βήματα κάνει μικρά
μα σταθερά
Κι άλλοτε πάλι λυγίζει
και με πιάνουν κλάματα
και θέλω τις αλυσίδες
αυτές να σπάσω,
μ αμόνι και σφυρί
κι μ ένα κλίβανο φωτιά γεμάτο
Όταν κάποτε καταφέρω
από πάνω μου να σ αποτινάξω
τότε ψηλά το κεφάλι θα σηκώσω
του ώμους ίσιους θα χω
και τον ήλιο κατάματα
τότε θα κοιτάω ..

5 Φεβ 2008

Αποκαθήλωση


Τρέμω το φως
κι εκείνο το κενό που μ αγκαλιάζει
διαπερνά τις κόρες των ματιών μου
Οι σκιές στο σκοτάδι αδυσώπητες
μου επιτίθενται με κοφτερή λεπίδα
τρέμω το φως κι εκείνο το τρίξιμο
στο πάτωμα μ ανατριχιάζει
‘Ήρθαν οι δαίμονες κι έκλεψαν
τις ζωγραφιές από τους τοίχους
τη μουσική απ τ’ αυτιά μου
και το κορμί έρμαιο των αισθήσεων
σε αποκαθηλώνει
με μια τελετουργία μυστική
κι εσύ γι αντίποινα
σ αγαπώ μου σιγοψιθυρίζεις
σπάζοντας τους καθρέφτες
ματώνοντας τις φλέβες
ραγίζοντας τη καρδιά .
Ζωή μετράω και χαμένες ώρες
Μέσα στο απόμακρο
νιώθω μονάχα μια ηδονή,
την ηδονή του να κλαίω σιγανά…

1 Φεβ 2008

Μεθύσι..


Βαρέθηκα να νιώθω
αυτό το πόνο στη ψυχή
κι εκείνο το σφίξιμο
που κάνει το στομάχι μου
ν αναγουλιάζει
Θέλω να αποποιηθώ όλο
αυτό που με διχάζει
και με κάνει κάποια άλλη να είμαι
κι όχι ο εαυτός μου
Μα κάθε φορά που
τον ουρανό κοιτάζω
τ αστέρια με προκαλούν
οι άγγελοι δαίμονες γίνονται
κι η ζωή μου ένα ατέλειωτο μεθύσι
Κι αν το μεθύσι μου αυτό
σε κακό μου βγει
κι αν απ τη φλόγα σου καώ
δε θα το μετανιώσω
γιατί ξέρω πως έζησα μαζί σου
μια ολόκληρη ζωή...


22 Ιαν 2008

Θλιμμένα φεγγάρια


Απλωσες τα χέρια σου
να κατακτήσεις
όσα δεν είχαν κατακτηθεί.
Κυρίεψες , λεηλάτησες,
κατέστρεψες, έφυγες
αφήνοντας πίσω σου
μονάχα ερείπια .
Μέσα σε σπινθήρες γυαλιού
στέναξε η νύχτα κι άφησε κάτω
να πέσουν τα αστέρια
κι εκείνη η μαύρη αιωνιότητα
που μ ακολουθεί
κάνει ακόμα κι αγγέλους να τρεκλίζουν
μεθυσμένοι τάχα από αγάπη
ή ξεχασμένοι σε άγνωστο μονοπάτι
τσαλακώνουν ατέρμονα τα φτερά τους.
Γράφω τα όνομά σου ξανά και ξανά
στους ορφανούς κλώνους του κυπαρισσιού
έξω από το κοιμητήριο
που τρυφερά απόθεσα τη ψυχή μου
για τελευταία φορά
Αναζητώ ανάμεσα στον ουρανό
και στην γη
την οικειότητα του αγγίγματός σου
τη ζεστασιά του φιλιού σου
τη λαγνεία στο βλέμμα σου
Έρχεται τότε ο καιρός
όπου καμιά ψυχή δε βρίσκω
κανένα άγγιγμα
καμιά ματιά
όσο κι αν κοιτάζω τα θλιμμένα φεγγάρια
του ουρανού ,
η καρδιά μου εδώ θα είναι
περιμένοντας να δώσει το φόρο
που δίνουν οι ψυχές
στο διάβα του θανάτου τους.

11 Ιαν 2008

Αιώνια αιχμαλωσία




Χέρια τρεμάμενα
Η λεπίδα μια ανάσα απ το λαιμό μου
Μήπως ήρθε η ώρα το φόρο
να πληρώσω
Η αντιστάσεις εξασθενούν
κι εκείνο το ζουμερό πορτοκάλι
που τόσο αχόρταγα έτρωγες
σάπιο είναι πια
Πέφτω σ εκείνη τη δυσωδία
της καμένης σάρκας
που αναδύεται ως τον ουρανό
Καμία ψυχή δεν έμεινε πια
μονάχα ένα βλαστημένο γεράνι
να χαμογελάει χλωμά στο παράθυρό σου
Τεντώνουν τα μάτια στο μαύρο φως
Φυλακισμένο πουλί η ψυχή μου
Καμιά κλειδαριά να τη κρατήσει
αιώνια όμως η αιχμαλωσία
Τα δάκρυά μου χαράζουν σα
κίσσας κραυγή τα μάγουλά μου
Σύντομα κι εγώ σα νέος Προμηθέας
θα την αλυσοδέσω σ ένα αγγρίφι
και τις νύχτες κοράκια θα τη κατατρώνε
κι όταν θα χαράζει
σα φοίνικας μες απ τη στάχτη της
θα ξαναγεννιέται
για να νιώσει τον ίδιο πόνο
για να γίνει η απόδραση
ένας αδύνατος άθλος
για να συντρίβεται κάθε φορά
που θα βιάζεται η αθωότητα της
για να δίνει ένα πεπρωμένο στη κόλαση
και μια αξία στον ουρανό ….


4 Ιαν 2008

Απολιθωμένες προσμονές


Την ήξερα αυτή τη θλίψη
κι εκείνη τη βαθύτερη απελπισία
που πήγαζε απ τα μάτια της.
Με κοιτούσε με κείνο το βλέμμα
που έρωτα μαρτυρούσε κι αφοσίωση
κι αγάπη κι ελπίδα
και που στο τέλος
σπαθί ασημένιο έγινε για να στραφεί
εναντίον της.
Τα λόγια της αρχίζουν τώρα να μιλιούνται
και οι ψίθυροι παύουν
στη σπασμένη της καρδιά.
Έτσι πέρασε ο καιρός αμείλικτος
από μπροστά της,
ενώ εκείνη ατένιζε μονάχα
ένα κενό αδιόρατο,
προσπαθώντας
να χαλκεύσει τη ψυχή της.
Πόσο αδύναμο έγινε το σεληνόφωτο,
πόσο ωχρά μοιάζουν τ άστρα
μπροστά της.
Ίσως να ναι ο φόβος των δακρύων
το κρύο μου άγγιγμα
ή ακόμα το νυσταγμένο σκοτάδι
που τη κάνουν να φοβάται τη σιωπή.
Ανάμεσα στο αίμα των ημερών
και στο σκοτάδι της νύχτας
η ψυχή μου γονατίζει στο φραγμό.
Αμετανόητος εγώ
τη λεπίδα μπήγω στο λαιμό της
ακόμα μια φορά
αφήνοντας απολιθωμένες προσμονές
να ξεχυθούν.
Έτσι συνεχίζει την επαναλαμβανόμενη ζωή της
σαν άψυχη κούκλα σε βιτρίνα
αναμένοντας ένα τέλος στο πόνο της
ένα τέλος στην επαναλαμβανόμενη ζωή της
ένα τέλος ακόμα και στη χαρά της.
Κι εγώ αναγνωρίζω
τα σημάδια της στη σάρκα μου
να μου θυμίζουν
πόσο αμετανόητος υπήρξα

4 Δεκ 2007

Το δάκρυ να μοιράζεσαι


Το δάκρυ να μοιράζεσαι
γιατί κατάρα είναι και σ ακολουθεί
σε μονοπάτια δύσβατα
και σ εκείνους
τους δρόμους του μυαλού
που χάνεσαι
Μίτο ποτέ δε βρίσκεις
στο τέλος για να φτάσεις
Το δάκρυ φυλαχτό σου κάνε
γιατί στο σκοτάδι
εκείνο πάντα σ οδηγεί
το δρόμο σου μη χάσεις
και μέσα σε ματωμένα ποτάμια
και σε κοφτερά αγγρίφια
τη θλίψη σου να πνίξεις
Το δάκρυ να μοιράζεσαι
μ εκείνον που αξίζει
φυλαχτό πολύτιμο στο στήθος του
να το κρατά
κι ήλιο λαμπρό στο κόσμο του
να κάνει
Το δάκρυ μη σου κλέψουν
γιατί πόνο πολύ θα νιώσεις
σαν δάκρυ πια δεν έχεις
για ποιον θα κλαίς από χαρά
για ποιο θα κλαις όταν λυπάσαι;
σαν δάκρυ πια δεν έχεις να μοιράσεις;
Το δάκρυ σου εκείνο το πικρό
Με το σπαθί σου κόψε
Μοίρασέ το στο κόσμο όλο
Να δουν οι άνθρωποι παντού
Να δουν τι είναι πόνος

12 Νοε 2007

Σημάδι ανεξίτηλο


Εσύ μου ζητάς
να μην αφήνω τα ίχνη μου στους τοίχους.
Μου ζητάς να τραγουδώ αδιάκοπα
εκείνο το ανόητο τραγούδι
που σε κάνει να πιστεύεις πως είσαι Θεός.
Μου ζητάς να μη σκέφτομαι
για να είσαι εσύ εκείνος
που το κάνει και για τους δύο μας.
Μου λες να μην ανασαίνω ,
για να έχεις την ικανοποίηση
να μου δανείζεις τις ανάσες σου.
Μου ζητάς να μη βάφω με χρώματα
το ηλιοβασίλεμα
για να σαι εσύ καλύτερος ζωγράφος από μένα
Ξέχασες όμως να μου ζητήσεις
να μη νιώθω.
Αυτό μπορώ ακόμα να το κάνω .
Μπορώ να βαφτίζω
εραστή μου τη μοναξιά αν θέλω
ή να ονομάζω παιδί μου την ερημιά
Μπορώ να βυζαίνω
το δάχτυλό μου ακόμα
αναπολώντας τη παιδική μου ηλικία
Μπορώ να κυκλοφορώ
στους βρεγμένους δρόμους
με το βυζί προτεταμένο σαν παραμάνα
που ψάχνει βρέφος ξένο να θηλάσει
αλλά μπορώ και να γεννήσω
την ελπίδα και τα όνειρα
του κόσμου όλου
να τα αναστήσω και να τα στείλω
σαν πρόβατα ανάμεσα στους λύκους.
Μπορώ ακόμα να υπάρξω
μέσα από την ανυπαρξία
του είναι μου
μέσα από αδιόρατα πέπλα
και αθέατους ορίζοντες
μέσα σε βούρκους και σε έλη
μέσα σε δάση και ακτές
μέσα στο βυθό και ψηλά στον ουρανό
Μπορώ να υπάρξω
στο κάθε τι που αντικρίζει
το σκληρό σου βλέμμα
γιατί με βάφτισαν
σε πύρινες κολυμπήθρες
και με μύρωσαν με το δάκρυ
της απόγνωσης
Κι αν το όνομά μου
φοβάσαι να προφέρεις
μήπως τα χείλη σου ματώσει
κι αν τρέμεις στη σκέψη
μήπως και διαστρεβλώσει
τις μιαρές σου θύμισες
Με πυρωμένο σίδερο
είναι γραμμένο,
σημάδι ανεξίτηλο
στο κούτελό σου,
σφραγίδα παντοτινά
χαραγμένη στη ψυχή σου …

30 Οκτ 2007

Θεία δίκη


Κοιμήσου!
Κι όταν ο Μορφέας γλυκά
στην αγκαλιά του σε πάρει
Εφιάλτης θα γίνω
να καταστρέφω τις νύχτες σου
να μαστιγώνω τη ψυχή σου
να σκοτεινιάζω τις μέρες σου
Κοιμήσου!
Μονάχα μην ονειρευτείς
γιατί το δίχως άλλο
σε έρημη γη θα βρεθείς
νερό διψασμένος να ζητάς
Κλείσε τα μάτια σου !
Μα μη κοιμάσαι
όνειρα σκοτεινά κι αχρεία θα κάνεις
με φλόγες θα σε καίω
και σε φωτιές θα ρίχνω
κομμάτι-κομμάτι τη ψυχή σου
Κλείσε τα μάτια σου!
Μα μη κοιμάσαι
εχθρός θα γίνεις του εαυτού σου
αφού ήσυχο ύπνο
ποτέ σου δε θα κάνεις
προσπαθώντας την ύπαρξή
και τη ψυχή σου
στην αιωνιότητα να υπερασπίσεις.
Δικολάβους όμως και δικηγόρους
δε θα βρεις να σε αναλάβουν
γιατί κι αυτοί μέσα τους θα ξέρουν
πως μονάχα μια σάπια ύπαρξη ήσουν
κι ένα μίασμα στο κόσμο..
Γι αυτό σου λέω
Μη κοιμάσαι!
Στη φωτιά θα καίγεσαι
και σε αιώνια δίψα
θα είσαι καταδικασμένος
από τη θεία δίκη.
Γι αυτό σου λέω
Μη κοιμάσαι!
Κλείσε τα μάτια σου ,
μα μη κοιμάσαι!